Ο Όσιος Λουκάς ο εν Στειρίω όρει άσκήσας

Γεννήθηκε το Καλοκαίρι του 896 από τον Στέφανο και την Ευφροσύνη.
Καταγόταν από την Αίγινα, αλλά ή οικογένεια του μετακόμισε στη Φωκίδα. Εκεί αγόρασαν χωράφια και έβοσκαν ζώα. Και το παιδάκι τους, αφού φοίτησε στο σχολείο, το χρησιμοποίησαν στη φύλαξη των ζώων τους. Ό μικρός Λουκάς, ενώ έβοσκε τα ζώα, συγχρόνως εντρυφούσε και σε κάποιο θρησκευτικό βιβλίο.
Από τότε καρδιά συμπονετική και ευεργετική ο Λουκάς, όταν περνούσαν από τη βοσκή του παιδάκια φτωχά και του ζητούσαν λίγο ψωμί, εκείνος τους έδινε και το προσφάγι του. Όταν πέθανε ο πατέρας του, συγκινητικότατη ήταν ή φροντίδα του για την παρηγοριά της μητέρας του. Όταν δε πέθανε και αύτη, τότε μοίρασε όλα τα υπάρχοντα τους στους φτωχούς και έστησε μια καλύβα στους πρόποδες ενός βουνού κοντά στη θάλασσα. Όταν όμως εισέβαλαν οι Βούλγαροι στην κεντρική Ελλάδα, ο Λουκάς κατέφυγε στην Πελοπόννησο.
Επανήλθε στη Φωκίδα το 927 και εγκαταστάθηκε οριστικά στο όρος Στείριον (Στείρι) κοντά στην ομώνυμη σημερινή Κοινότητα της επαρχίας Λεβαδείας. “Εκεί με άλλους μοναχούς έκτισε Μονή, και ή μεγάλη του πνευματικότητα τον έκανε ν” αποκτήσει φήμη Άγιου σ” όλη την περιοχή.
Κοιμήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου του 953.