Εορτάζοντες την 8ην του μηνός Μαρτίου


  • Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΣ επίσκοπος Νικομήδειας

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ ο Όμολογητής επίσκοπος Πλουσιάδος

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΕΡΜΗΣ ο Απόστολος

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΔΙΩΝ

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΔΟΜΕΤΙΟΣ

Αναλυτικά

Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΣ επίσκοπος Νικομήδειας
Έζησε τον 8ο αιώνα, στα χρόνια του αυτοκράτορα Λέοντα του Δ”. Ήταν από τα μέρη της Ανατολής, και ή μεγάλη του παιδεία τον έφερε στη Βασιλεύουσα. Εκεί δημιούργησε φιλικές σχέσεις με πολλούς επισήμους, μεταξύ αυτών και με τον έπειτα Πατριάρχη Ταράσιο. Όταν πλέον έγινε Πατριάρχης ο Ταράσιος, παρακίνησε το Θεοφύλακτο και έγινε μοναχός. Εισήλθε σ” ένα μοναστήρι στον Εύξεινο Πόντο. Μετά από λίγο, αναδείχθηκε επίσκοπος Νικομήδειας. Στη νέα του θέση ο Θεοφύλακτος διέπρεψε σ” όλα τα καθήκοντα του. Διακρίθηκε κυρίως στα έργα της ελεημοσύνης και της φιλανθρωπίας. Με τις θερμές του προτροπές και την ηθική του επιβολή, ίδρυσε πολλά νοσοκομεία. Δημιούργησε ταμεία για τις άπορες χήρες και τα ορφανά. Ακολουθώντας το λόγο του Χριστού «ό δε μείζων υμών έσται υμών διάκονος»1, δηλαδή, εκείνος πού μεταξύ σας είναι μεγαλύτερος στη γνώση και το αξίωμα, πρέπει να υπηρετεί τους άλλους και με κάθε τρόπο να γίνεται χρήσιμος και ωφέλιμος σ” αυτούς, ο Θεοφύλακτος πήγαινε πολλές φορές στις καλύβες των δυστυχών οικογενειών και, αφού τις παρηγορούσε με τη χριστιανική ελπίδα και με την παροχή χρηματικού βοηθήματος, έκανε ο ίδιος τον νοσοκόμο, περιποιούμενος τους αρρώστους. ο Θεοφύλακτος για τους αγώνες του κατά των εικονομάχων εξορίστηκε στο Στρόβιλο, και από τις πολλές κακουχίες παρέδωσε το πνεύμα του μετά 30 χρόνια εξορίας. Επί βασιλίσσης όμως Θεοδώρας (842-857) και πατριάρχου Μεθοδίου (842-846), μετακομίστηκε το τίμιο λείψανο του στη Νικομήδεια και κατετέθη στον Ιερό νάο Κοσμά και Δαμιανού, πού ο ίδιος είχε κτίσει.

1. Ευαγγέλιο Ματθαίου, κγ” 11.


Απολυτίκιο. Ήχος γ”. Θείας πίστεως.
Φύλαξ άγρυπνος, της Εκκλησίας, και καθαίρεσις, της δυασεβείας, Ίεράρχα Θεοφύλακτε πέφηνας· του γαρ Χριστού την Εικόνα σεβόμενος, ύπερορίας και θλίψεις ύπέμεινας· Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν Ικέτευε, δωρήσασθαι ημιν το μέγα έλεος.