από ΜΑΝΤΕΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ την Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

Οικογένεια. Μεγάλη λέξη.Συνήθως εννοούμε τους συγγενείς πρώτου βαθμού, πατέρα, μητέρα, αδέρφια, παιδιά. Συμβαίνει να τους «γνωρίζουμε» και προσωπικά, αν και μερικές φορές..δεν τους αναγνωρίζουμε πάντα από τα έργα τους…

Οι άνθρωποι όμως έχουν κι άλλες οικογένειες, που είτε δεν το ξέρουν, είτε δεν το θυμούνται, είτε έχασαν το χάρισμα της αναγνώρισης και τα σημάδια «χάθηκαν» με το χρόνο.. Έτσι απόμεινε αυτό το «κάτι»..έτσι σαν φλασάκι..Σα μικρή εκκένωση ηλεκρισμένων σωματιδίων, στο άκουσμα ενός ονόματος, μιας και μόνο λέξης, ενός «σημαδιού», μιας ανάμνησης.. Ένα σκίρτημα αρχικά.

Λες;

Λες να είναι η αγαπημένη μου που έχασα;

Λες να είναι το παιδί που ακόμη δεν έφερα στον κόσμο;

Η μητέρα που είχα πριν γεννηθώ;

Ο άντρας που με φίλησε ενώ τα μάτια του πλημμύρισαν δάκρυα, εκεί στην κόψη του χωροχρόνου, πριν ανοιγοκλείσω τα μάτια μου και βρεθώ σ΄άλλο Γαλαξία;

Ίσως ο Άγγελος που για χάρη μου έγινε ζητιάνος στην απέναντι γωνία του σπιτιού μου, να με βλέπει μόνο κάθε πρωί που κυνηγημένος φεύγω σαν πουλί ,για τη δουλειά μου.

Δεν ξέρω…Δεν έχω αποδείξεις…. Μόνο ενδείξεις.

Ποιος είναι;

Ποια έιναι;

Γιατί οι λέξεις του με αγκάλιασαν με τόση λαχτάρα, σαν να με κλείσουν μέσα τους γεμίζοντάς με φιλιά;

Σκοτάδι δεν είναι..

Ψέμα δεν είναι..

Αρχίζει παιχνίδια η Λογική με την αποστροφή του λόγου και την εις άτοπον απαγωγή.. Από το τι ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ, να φτάσει στο ΤΙ ΕΙΝΑΙ!

Μήπως τάχατες εκείνος ο καβαλάρης που περίμενα όταν ήμουν ακόμη παιδί κι ακόμη δε φάνηκε;

Αμ, οι χτύποι του καλπασμού του αλόγου του;

Θεε μου, όσο πάει και πλησιάζει..

Κι ακόμη να φανεί στο ημίφως της φυλακής μου….

Ακόμη κι αν ο καβαλάρης δεν έρθει, ποτέ δεν φανεί στα κουρασμένα μας μάτια, η καρδιά σου είναι εκεί και θα χτυπά..μπερδεύοντας τα χρώματα, τα φώτα, τα σκοτάδια, τους χτύπους του αλόγου με το χτύπο της καρδιάς μας.

Κι αυτός ο χτύπος είναι τόσο γνώριμος..

Είναι ο δικός μας χτύπος ο αλάνθαστος..

Ο πάντα αληθινός και πάντα γελασμένος..

………………………………………………..

Κάπως έτσι βρίσκουμε κι αναγνωρίζουμε τους «αγαπημένους «μας.. Τις ρίζες μας..Τη χαμένη μας Μεγάλη Οικογένεια… Από τότε που ήμαστε πλάσματα Φωτός, σε ένα αχνογάλαζο σύννεφο, στην απεραντοσύνη της Απόλυτης Αγάπης…στην απαλάμη του Θεού… Εκεί που δεν υπήρχε «μου»και «σου» αλλά «ΜΑΣ».. Μονάδες ενωμένες περίτεχνα στο ΟΛΟΝ που άστραφτε και λαμποκοπούσε η Πλάση..

Έτσι χωρίστηκε κι έγινε ο Κόσμος.

Ξεχώρισε.

Χώρισε βίαια, ηθελημένα ή όχι.

Κι από τότε, τα σπαρμένα μας μέλη, το Άρσεν και το Θήλυ, σε πλήρη υπόσταση και διαύγεια, αναζητά και ψάχνει στις πτυχές του Χωροχρόνου, που συμπιεσμένες σ΄ένα στρόβιλο αναμνήσεων κι αισθήσεων, χορεύουν και πέφτουν στο γυμνό μας Σώμα ως νυφάδες χιονιού…ως πεταλούδες που καψάλισαν τα φτερά τους..

Τα χείλη ανήμπορα στην αρχή, δεν τις βαστούν τις λέξεις με τέτοια φορτία, μετά δειλά δειλά, βρίσκουν τη δύναμη να ψιθυρίσουν:

Καλώς όρισες Αγαπημένε….

Καλώς σε βρήκα Αγαπημένη..

Είναι τόσα πολλά αυτά που δεν ξέρω άλλωστε..

Τι να μου πει μια απλή φωτογραφία..

Οι μηχανές φωτογραφίζουν μόνο τ΄αναγκαία, τα χρειαζούμενα, τ΄απέξω..

Καμιά μηχανή δεν μπόρεσε να φωτογραφίσει τ΄από ΜΕΣΑ!

Έτσι απόμειναν τα μάτια μας, σαν πυρωμένες ρομφαίες Αγγέλων που κοιτάζουν εκστατικοί και άφωνοι.

Τούτες οι λέξεις γυμνές, λευκές, χωρίς φλοιό και ρούχα, εύπλαστες σαν το ζυμάρι που ζητά ιερή φωτιά, ψωμί να γίνουν στο Μέγα Δείπνο στο Τραπέζι του Θεού, εδώ…

Στην Αίθουσα Των Αναμνήσεων.

ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ ΜΟΥ!

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΑΝΤΕΣ

Ή έτσι απλά:

Ο Δημήτρης σας!

Αστέρι μου..σε θυμήθηκα!….